Η «σιωπηλή ρύπανση» των ελληνικών θαλασσών: Χιλιάδες τσιμεντόλιθοι ανασύρονται από τον βυθό

Περισσότεροι από 6.000 τσιμεντόλιθοι και χιλιάδες συνθετικά σχοινιά, που χρησιμοποιούνται παράνομα από παραδοσιακά αλιευτικά σκάφη της Μεσογείου και στη συνέχεια εγκαταλείπονται στη θάλασσα, έχουν ανασυρθεί τα τελευταία χρόνια από τα ελληνικά νερά.

Η εγκαταλελειμμένη αλιευτική «αρματωσιά» αποτελεί σημαντικό μέρος των απορριμμάτων που καταλήγουν στον βυθό. Η απομάκρυνσή τους βρίσκεται στο επίκεντρο του προγράμματος «Fishing For Litter», το οποίο υλοποιείται από το Κοινωφελές Ίδρυμα Αθανασίου Κ. Λασκαρίδη σε συνεργασία με την περιβαλλοντική οργάνωση iSea.

Σύμφωνα με την υπεύθυνη επικοινωνίας της iSea, Αναστασία Χαρίτου, από το 2019, όταν ξεκίνησε το πρόγραμμα, έχουν ανασυρθεί και καταγραφεί 6.278 τσιμεντόλιθοι και περίπου 11.700 σχοινιά που συνδέονται με αλιευτική δραστηριότητα.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στον Ευβοϊκό κόλπο, ακολουθούμενο από το Θρακικό Πέλαγος και τον Θερμαϊκό κόλπο», αναφέρει η Χαρίτου.

Από το 2019, οι αλιείς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα έχουν απομακρύνει περισσότερους από 360 τόνους απορριμμάτων από μεγάλα βάθη. Πάνω από το 83% είναι πλαστικό, ενώ το 34% αποτελείται από εγκαταλελειμμένο αλιευτικό εξοπλισμό.

Το πρόγραμμα συνεχίζεται και φέτος σε ολόκληρη την Ελλάδα, με τη συμμετοχή 67 αλιευτικών σκαφών και με διευρυμένη γεωγραφική κάλυψη.

Πώς καταλήγουν οι τσιμεντόλιθοι στον βυθό;

Το πρόβλημα συνδέεται, μεταξύ άλλων, με μια πρακτική που χρησιμοποιείται κατά τη νυχτερινή αλιεία με γρι-γρι, παραδοσιακά αλιευτικά σκάφη της Μεσογείου.

Αφού εντοπιστούν τα ψάρια, χρησιμοποιούνται ειδικές συσκευές συγκέντρωσης ψαριών με φως, γνωστές ως «ρομπότ».

Πρόκειται για μικρά πλωτά σκάφη εξοπλισμένα με λάμπες, τα οποία τοποθετούνται στο νερό κοντά στο αλιευτικό σκάφος, ώστε να προσελκύουν και να συγκεντρώνουν τα κοπάδια.

Όπως αναφέρει η iSea στην έκθεσή της με τίτλο «Η σιωπηλή ρύπανση της αλιείας – Πώς τα συνθετικά σχοινιά και οι τσιμεντόλιθοι ρυπαίνουν τις θάλασσες», τα ψάρια προσελκύονται από την πηγή φωτός, η οποία μιμείται το φως του φεγγαριού.

Για να παραμένουν σταθερές οι φωτεινές συσκευές, πρέπει να αγκυρώνονται. Οι Γενικοί Κανονισμοί Λιμένων προβλέπουν ότι τα «ρομπότ» πρέπει να τοποθετούνται με κατάλληλες άγκυρες και να ανασύρονται από το νερό όταν ολοκληρώνεται η αλιευτική δραστηριότητα.

Θεωρητικά, χρησιμοποιούνται ειδικές μικρές άγκυρες, οι οποίες συνδέονται με τις συσκευές μέσω αλυσίδων.

Στο τέλος της διαδικασίας, ο «λαμπαδόρος», δηλαδή το μέλος του πληρώματος που παρακολουθεί τα ψάρια γύρω από τα φώτα, ανασύρει σταδιακά τον εξοπλισμό, οδηγώντας ταυτόχρονα το κοπάδι προς το κύριο αλιευτικό σκάφος.

Ωστόσο, σύμφωνα με την iSea, επειδή η προβλεπόμενη διαδικασία απαιτεί περισσότερο χρόνο, σε ορισμένες περιπτώσεις αντικαθίσταται από μια πρόχειρη και παράνομη πρακτική.

Αντί για άγκυρες, χρησιμοποιούνται τσιμεντόλιθοι, συνήθως δύο για κάθε φωτεινή συσκευή, οι οποίοι συνδέονται με σχοινιά από πολυπροπυλένιο, τα λεγόμενα «σχοινιά γρι-γρι».

Όταν έρθει η ώρα να ανασυρθούν οι φωτεινές συσκευές, τα σχοινιά κόβονται.

Τα «ρομπότ» επιστρέφουν γρήγορα στο αλιευτικό σκάφος, όμως οι τσιμεντόλιθοι και τα κομμένα σχοινιά παραμένουν στον βυθό.

Έτσι, μια πρακτική που εξοικονομεί χρόνο στο πλήρωμα μετατρέπεται σε μόνιμη πηγή απορριμμάτων στον πυθμένα της θάλασσας.

Χιλιάδες κιλά στερεών απορριμμάτων στον βυθό

«Οι τσιμεντόλιθοι αλιεύονται παθητικά από τους ίδιους τους ψαράδες. Μπλέκονται στα δίχτυά τους και έτσι ανασύρονται από μεγάλα βάθη», εξηγεί η Χαρίτου.

Οι τσιμεντόλιθοι που έχουν ανακτηθεί και καταγραφεί στο πρόγραμμα ζυγίζουν περίπου 4 έως 5 κιλά ο καθένας.

Με βάση μόνο τους 6.278 τσιμεντόλιθους που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα, πρόκειται για δεκάδες τόνους στερεού υλικού που είχαν εγκαταλειφθεί στη θάλασσα.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στην ποσότητα των απορριμμάτων.

Τα συνθετικά σχοινιά και οι τσιμεντόλιθοι συσσωρεύονται στον βυθό και ασκούν πίεση στα βενθικά οικοσυστήματα, επηρεάζοντας οργανισμούς και ενδιαιτήματα που βρίσκονται σε άμεση επαφή με τον πυθμένα.

Παράλληλα, τα σχοινιά από πολυπροπυλένιο, λόγω του μικρού τους βάρους, μπορούν να αιωρούνται στη στήλη του νερού και να τυλίγονται στις προπέλες άλλων σκαφών, προκαλώντας μηχανικές ζημιές.

Μπορούν επίσης να παγιδεύουν θαλάσσια ζώα και να διασπώνται σε τοξικά μικροπλαστικά, τα οποία στη συνέχεια καταπίνονται από τα ψάρια.

Αντίστοιχα, όταν οι τσιμεντόλιθοι μπλέκονται στα αλιευτικά δίχτυα, μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στον εξοπλισμό και να καταστρέψουν μέρος των αλιευμάτων.

Επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και την αλιεία

Για την iSea, η πρακτική αυτή δεν αποτελεί απλώς ζήτημα θαλάσσιας ρύπανσης.

Η εγκατάλειψη αυτών των υλικών στον βυθό βλάπτει τα οικοσυστήματα, δημιουργεί κινδύνους για άλλα σκάφη και προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης σε θαλάσσιες περιοχές που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα από την υπεραλίευση και τη συσσώρευση απορριμμάτων.

Η οργάνωση υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί αυστηρότερους και πιο συστηματικούς ελέγχους, ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας, καθώς και η επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων.

Μεταξύ των μέτρων που προτείνονται είναι η ενίσχυση των επιτόπιων ελέγχων στη θάλασσα, καθώς και οι έλεγχοι των αλιευτικών σκαφών κατά την αναχώρηση και την επιστροφή τους στα λιμάνια.

Παράλληλα, σύμφωνα με την iSea, χρειάζεται σαφέστερη περιγραφή του αλιευτικού εξοπλισμού γρι-γρι στη νομοθεσία, ιδιαίτερα όσον αφορά τις βοηθητικές φωτεινές συσκευές συγκέντρωσης ψαριών και τον εξοπλισμό αγκύρωσής τους.

Στόχος είναι να αποσαφηνιστεί πλήρως ποιος είναι ο σωστός και νόμιμος τρόπος χρήσης τους, ώστε να περιοριστεί αποτελεσματικά μια πρακτική που σήμερα αφήνει χιλιάδες «σιωπηλά» απορρίμματα στον πυθμένα των ελληνικών θαλασσών.

Δες το πλήρες άρθρο στην Euronews

By moschos

This is me :)

Leave a Reply